Εμβόλια! Γιατί στους εφήβους και τους ενήλικες;

ΕμβολιασμοίΤο “γιατί” στο θέμα των εμβολιασμών είναι περισσότερο ένα ρητορικό ερώτημα. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο εμβολιασμός είναι το πιο απλό και ακίνδυνο μέσο που έχει ο καθένας μας ατομικά αλλά και η κοινότητα συλλογικά στην αντιμετώπιση ασθενειών που προκαλούνται από λοιμογόνους παράγοντες όπως οι ιοί και τα βακτήρια.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, η αρχική λοίμωξη μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε καρκίνο, όπως συμβαίνει με την περίπτωση του ιού της ηπατίτιδας Β που προκαλεί ηπατοκυτταρικό καρκίνο και του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων που προκαλεί καρκίνο του τραχήλου της μήτρας στις γυναίκες.

Στα εμβόλια που απευθύνονται σε εφήβους και ενήλικες συμπεριλαμβάνονται:

1) Το εμβόλιο της γρίπης
Ιδιαίτερα αφορά άτομα που ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου όπως:
  1. άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω,
  2. παιδιά και ενήλικες που παρουσιάζουν έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω επιβαρυντικούς παράγοντες ή χρόνια νοσήματα: άσθμα ή άλλες χρόνιες πνευμονοπάθειες καρδιακή νόσο με σοβαρή αιμοδυναμική διαταραχή, ανοσοκαταστολή (κληρονομική ή επίκτητη εξαιτίας νοσήματος ή θεραπείας), μεταμόσχευση οργάνων, δρεπανοκυτταρική αναιμία (και άλλες αιμοσφαιρινοπάθειες), σακχαρώδη διαβήτη ή άλλο χρόνιο μεταβολικό νόσημα, χρόνια νεφροπάθεια, νευρολογικά-νευρομυϊκά νοσήματα,
  3. έγκυες ανεξαρτήτως ηλικίας κύησης, λεχωίδες, θηλάζουσες,
  4. ενήλικες με Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) >40 kg/m2 ή Παιδιά με ΔΜΣ>95η εκατοστιαία θέση,
  5. παιδιά που παίρνουν ασπιρίνη μακροχρόνια (π.χ. νόσος Kawasaki, ρευματοειδή αρθρίτιδα και άλλα) για τον πιθανό κίνδυνο εμφάνισης συνδρόμου Reye μετά από γρίπη,
  6. άτομα που βρίσκονται σε στενή επαφή με παιδιά <6 μηνών ή φροντίζουν άτομα με υποκείμενο νόσημα, τα οποία διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών από τη γρίπη,
  7. οι κλειστοί πληθυσμοί (προσωπικό και εσωτερικοί σπουδαστές (σχολείων, στρατιωτικών και αστυνομικών σχολών, ειδικών σχολείων και τρόφιμοι και προσωπικό ιδρυμάτων κ.ά.) και τέλος
  8. εργαζόμενοι σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας (ιατρονοσηλευτικό προσωπικό και λοιποί εργαζόμενοι).

2) Το εμβόλιο του πνευμονιόκοκκου
Κυκλοφορεί σε δύο μορφές, το 13-δύναμο και το 23-δύναμο. Σε άτομα >5 ετών έως ≤64 ετών συστήνεται να γίνεται πρώτα το 13-δύναμο και μετά ≥8 εβδομάδες το 23-δύναμο, ενώ σε άτομα 65 ετών και άνω, η απόσταση μεταξύ 13-δύναμου και 23-δύναμου συστήνεται να είναι 6-12 μήνες. Αν έχει γίνει το 23-δύναμο, το 13-δύναμο ακολουθεί σε >1 έτος και πάντως με διαφορά τουλάχιστον 5ετίας από ενδεχόμενη προηγηθείσα δόση.
Ιδιαίτερα αφορά άτομα που ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου όπως:

  1. άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω,
  2. παιδιά, έφηβοι και ενήλικες (>5 ετών έως ≤64 ετών) που παρουσιάζουν έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω επιβαρυντικούς παράγοντες ή χρόνια νοσήματα: άτομα με ανατομική ή λειτουργική ασπληνία (δρεπανοκυτταρική αναιμία, υπερσπληνισμό, σπληνεκτομή), συγγενή ανοσοανεπάρκεια (κυρίως έλλειψη της IgG2), ανοσοκαταστολή κληρονομική ή επίκτητη εξαιτίας νοσήματος ή θεραπείας, νεφρωσικό σύνδρομο ή χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη ή άλλο χρόνιο μεταβολικό νόσημα, καρδιακή νόσο με σοβαρή αιμοδυναμική διαταραχή, χρόνια πνευμονοπάθεια, συμπεριλαμβανομένου του άσθματος και της κυστικής ίνωσης, διαφυγή εγκεφαλονωτιαίου υγρού από συγγενείς ή επίκτητες αιτίες, κοχλιακά εμφυτεύματα, HIV λοίμωξη,
  3. συστηματικοί καπνιστές ανεξαρτήτως ηλικίας

3) Εμβόλιο τετάνου-διφθερίτιδας και ακυτταρικό κοκκύτη (Td/TdaP)
Στη χώρα μας κυκλοφορεί με προσθήκη και εμβολίου κατά της πολιομυελίτιδας (TdapIPV).
Το TdaP αφορά τις πιο κάτω περιπτώσεις:
  1. Μία δόση TdaP χορηγείται σε έγκυες γυναίκες, κατά προτίμηση από την 27η έως 36η εβδομάδα κύησης, όπως και σε ανεμβολίαστες λεχωίδες, ανεξάρτητα από το μεσοδιάστημα προηγούμενου εμβολιασμού με Td ή Tdap,
  2. Σε άτομα ηλικίας ≥11 ετών που δεν έχουν εμβολιασθεί με Tdap ή είναι άγνωστο το ιστορικό εμβολιασμού, χορηγείται μία δόση Tdap και ακολούθως με Td κάθε 10 χρόνια,
  3. Σε ενήλικες με άγνωστο ή ελλιπή εμβολιασμό με 3-δόσεις εμβολίου που περιείχε τοξοειδές τετάνου και διφθερίτιδας, χορηγείται μία δόση Tdap,
  4. Σε ενήλικες που πρωτοεμβολιάζονται χορηγούνται οι πρώτες 2 δόσεις τουλάχιστον με μεσοδιάστημα 4 εβδομάδων και η τρίτη δόση 6 έως 12 μήνες μετά τη δεύτερη. Για ατελώς εμβολιασμένους ενήλικες (δηλαδή με λιγότερες από 3 δόσεις) συμπληρώνονται οι δόσεις που υπολείπονται.

Σημειώνεται ότι το Tdap μπορεί να χορηγηθεί ανεξάρτητα από το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από προηγούμενο εμβολιασμό με Td.


4) Εμβόλιο ιλαράς, παρωτίτιδας, ερυθράς (MMR)
Τα άτομα που γεννήθηκαν πριν από το 1970, θεωρούνται άνοσα. Οι ενήλικες που γεννήθηκαν το 1970 ή μετά, θα πρέπει να εμβολιασθούν με μία ή περισσότερες δόσεις MMR, εκτός και υπάρχει αντένδειξη ή επιβεβαιωμένη ανοσία (ανίχνευση αντισωμάτων) έναντι ιλαράς, παρωτίτιδας και ερυθράς. Η κλινική διάγνωση δεν θεωρείται αξιόπιστη.
  1. Δεύτερη δόση του εμβολίου MMR (που μπορεί να χορηγηθεί τουλάχιστον 28 ημέρες μετά την πρώτη δόση) συνιστάται σε: α) φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, β) εργαζόμενους σε μονάδες φροντίδας υγείας, γ) ενήλικες που πρόκειται να ταξιδέψουν στο εξωτερικό, δ) υγειονομικό προσωπικό με ημερομηνία γέννησης πριν από το 1957 εάν δεν έχουν αποδεδειγμένη ανοσία.
  2. Η ανοσία στην ερυθρά θα πρέπει να προσδιορίζεται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, ανεξάρτητα από το έτος γέννησής τους. Αν δεν υπάρχει τεκμηριωμένη ανοσία, οι γυναίκες πριν μείνουν έγκυες, θα πρέπει να εμβολιάζονται. Οι έγκυες γυναίκες που δεν είναι άνοσες, θα πρέπει να εμβολιασθούν με MMR μετά την ολοκλήρωση ή διακοπή της κύησης, πριν την έξοδό τους από το μαιευτήριο.

5) Εμβόλιο ανεμευλογιάς (VAR)
Όλοι οι ενήλικες, χωρίς αποδεδειγμένη ανοσία στην ανεμευλογιά (προηγηθείσα νόσηση ή εμβολιασμός), πρέπει να εμβολιάζονται με 2 δόσεις εμβολίου ανεμευλογιάς, εκτός και αν υπάρχει αντένδειξη. Ειδικότερα πρέπει να εμβολιάζονται:
  1. Άτομα του οικογενειακού περιβάλλοντος, καθώς και υγειονομικό προσωπικό σε στενή επαφή με άτομα σε αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης από τον ιό της ανεμευλογιάς π.χ. άτομα με ανοσοανεπάρκειες ή με ανοσοκαταστολή,
  2. Όσοι έχουν αυξημένο κίνδυνο έκθεσης και μετάδοσης του ιού, π.χ. εκπαιδευτές, νηπιαγωγοί, πληθυσμοί ιδρυμάτων, φοιτητές που διαμένουν σε φοιτητικές εστίες, στρατιώτες, έφηβοι, μη έγκυες γυναίκες σε ηλικία αναπαραγωγής και διεθνείς ταξιδιώτες.
  3. Οι έγκυες γυναίκες πρέπει να ελέγχονται για επιβεβαίωση της ανοσίας και οι επίνοσες να εμβολιάζονται με την 1η δόση του εμβολίου μετά το πέρας ή τον τερματισμό της κύησης και πριν την έξοδό τους από το μαιευτήριο. Η 2η δόση του εμβολίου χορηγείται 4-8 εβδομάδες μετά την 1η δόση.
  4. Η επιβεβαίωση της ανοσίας στην ανεμευλογιά περιλαμβάνει για τους ενήλικες τα εξής: α) Πιστοποίηση 2 δόσεων εμβολίου ανεμευλογιάς με ελάχιστο μεσοδιάστημα 4 εβδομάδων, β) Νόσηση από ανεμευλογιά ή έρπητα ζωστήρα πιστοποιημένη από ιατρό ή εργαστηριακή επιβεβαίωση ανοσίας.

6) Εμβόλιο έρπητα ζωστήρα
Μία δόση εμβολίου κατά του έρπητα ζωστήρα συστήνεται για ενήλικες ηλικίας ≥60 ετών ανεξάρτητα, αν αναφέρεται προηγούμενο επεισόδιο έρπητα ζωστήρα. Επίσης, άτομα ηλικίας ≥60 ετών με χρόνια ιατρικά προβλήματα μπορεί να εμβολιασθούν εκτός αν η κατάστασή τους αποτελεί αντένδειξη (π.χ. σοβαρή ανοσοανεπάρκεια).

7) Εμβόλιο ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV)
Εμβολιασμός κατά του HPV γίνεται είτε με το τετραδύναμο (HPV4) ή με το διδύναμο (HPV2) εμβόλιο. Τα εμβόλια HPV2 και HPV4 χορηγούνται σε 2 δόσεις με μεσοδιάστημα 6 μηνών (σχήμα 0, 6) σε κορίτσια ηλικίας 11 έως <15 ετών. Εφόσον η έναρξη του εμβολιασμού γίνει μετά τη συμπλήρωση του 15ου έτους, χορηγούνται 3 δόσεις εμβολίου (σχήμα 0, 1-2, 6 μήνες). Το εμβόλιο HPV, συνιστάται και στις γυναίκες 18-26 ετών (τρείς δόσεις) και θα χορηγείται δωρεάν μέχρι 31/12/2016.

8) Εμβόλιο μηνιγγιτιδόκοκκου με 4δύναμο συζευγμένο εμβόλιο (MCV4)
Το 4δύναμο συζευγμένο εμβόλιο κατά του μηνιγγιτιδόκοκκου πρέπει να χορηγείται στις ακόλουθες καταστάσεις:
  1. Μία (1) δόση MCV4 σε ανεμβολίαστους πρωτοετείς φοιτητές, που διαμένουν σε φοιτητικές εστίες, σε προσωπικό εργαστηρίων που εκτίθενται σε καλλιέργειες μηνιγγιτιδόκοκκου σε στρατιώτες και σε πρόσωπα που μένουν ή ταξιδεύουν σε ενδημικές περιοχές (Ζώνη μηνιγγίτιδας, υποσαχάριος Αφρική) και ιδιαίτερα εάν υπάρχει μακρά επαφή με τους κατοίκους της περιοχής. Επίσης, συστήνεται εμβολιασμός των προσκυνητών ταξιδιωτών στην Μέκκα κατά το ετήσιο Hajj.
  2. Δύο (2) δόσεις με μεσοδιάστημα εβδομάδων σε ενήλικες με λειτουργική ή ανατομική ασπληνία ή εμμένουσα ανεπάρκεια του συμπληρώματος καθώς και ενήλικες με HIV λοίμωξη.

9) Εμβόλιο ηπατίτιδας Α (HepA)
Ο εμβολιασμός συστήνεται σε δύο δόσεις (0, 6-12 μήνες) στις εξής κατηγορίες ενηλίκων:
  1. Άτομα που επιθυμούν να εμβολιασθούν,
  2. Ομοφυλόφιλοι, χρήστες ναρκωτικών ουσιών, άτομα που ασχολούνται με πειραματόζωα και με επεξεργασία ή διακίνηση τροφίμων, ασθενείς με χρόνια ηπατική νόσο και άτομα που λαμβάνουν παράγοντες πήξης, ταξιδιώτες σε περιοχές με υψηλή και ενδιάμεση ενδημικότητα της νόσου, άτομα που έχουν φροντίδα υιοθετημένου παιδιού προερχόμενου από χώρα με υψηλή ενδημικότητα, κατά τις πρώτες 60 ημέρες από την άφιξή του στη χώρα.

10) Εμβόλιο ηπατίτιδας Β (HepB)
Συστήνεται ο εμβολιασμός κατά της ηπατίτιδας Β:
  1. Όλων των επίνοσων ενηλίκων που δεν εμβολιάσθηκαν στην παιδική ηλικία,
  2. Σε άτομα με περισσότερους από έναν ερωτικούς συντρόφους στη διάρκεια των τελευταίων έξι μηνών, ομοφυλόφιλους, χρήστες ναρκωτικών ουσιών, άτομα με νοσήματα που μεταδίδονται σεξουαλικά, άτομα ειδικού επαγγέλματος που εκτίθενται σε αίμα και δυνητικά μολυσμένα βιολογικά υγρά π.χ επαγγελματίες υγείας εργαζόμενοι σε σωφρονιστικά ιδρύματα, άτομα που εργάζονται σε ιδρύματα με τροφίμους που έχουν νοητική υστέρηση, ταξιδιώτες σε χώρες με υψηλή και μέση ενδημικότητα ηπατίτιδας Β, άτομα που παρακολουθούνται σε ειδικές Μονάδες και Κέντρα για νοσήματα που μεταδίδονται σεξουαλικά, για HIV, για χρήση ναρκωτικών, σε άτομα με τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκεια και αιμοδιάλυση, σε άτομα του στενού περιβάλλοντος πασχόντων από χρόνια λοίμωξη με ιό ηπατίτιδας Β.
Σε ανεμβολίαστους ή ατελώς εμβολιασμένους ενήλικες: χορηγούνται συνολικά 3 δόσεις. Η 2η δόση χορηγείται 1 μήνα μετά την 1η δόση και η 3η δόση χορηγείται τουλάχιστον 2 μήνες μετά την 2η δόση και τουλάχιστον 4 μήνες μετά την 1η. Ασθενείς σε αιμοδιάλυση ή ανοσοκαταστολή πρέπει να εμβολιάζονται με αυξημένη δόση αντιγόνου 40 mcg / ml ανά δόση, σύνολο 3 δόσεις (0, 1, και 6 μήνες), ή 4 δόσεις (0, 1, 2, και 6 μήνες) ανάλογα με τις οδηγίες της παρασκευάστριας.

11) Εμβόλιο αιμόφιλου ινφλουέντζας τύπου b συζευγμένο (Hib)
Συστήνεται να χορηγείται 1 δόση του εμβολίου σε άτομα με δρεπανοκυτταρική αναιμία ή με σπληνεκτομή ή σε άτομα που πρόκειται να υποβληθούν σε σπληνεκτομή και σε ανοσοκατασταλμένα, εφόσον δεν έχουν λάβει προηγουμένως εμβόλιο Hib. Ο Hib εμβολιασμός προτείνεται να γίνεται 14 ή περισσότερες ημέρες πριν την σπληνεκτομή στις περιπτώσεις που είναι προγραμματισμένη. Οι μεταμοσχευμένοι με αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα θα πρέπει να εμβολιαστούν με 3 δόσεις 6 έως 12 μήνες μετά από μια επιτυχή μεταμόσχευση ανεξάρτητα αν είχαν εμβολιασθεί στο παρελθόν. Το μεσοδιάστημα μεταξύ των δόσεων πρέπει να είναι τουλάχιστον 4 εβδομάδες.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *